Ποιοι είμαστε

Αθήνα, Greece
Το Generation 2.0 for Rights, Equality & Diversity (Generation 2.0 RED) είναι μια οργάνωση νέων μεταναστευτικής και ελληνικής καταγωγής. Μια οργάνωση η οποία αντιπροσωπεύει τη Νέα Γενιά Ελλήνων Πολιτών, άτομα δηλαδή με διαφορετικές καταγωγές που γεννήθηκαν ή/και μεγάλωσαν στην Ελλάδα. Το Generation 2.0 RED συνδυάζει την κοινωνική δράση με την έρευνα, με στόχο την προώθηση των δικαιωμάτων, της ισότητας και της ετερότητας και την καταπολέμηση του ρατσισμού, της ξενοφοβίας και των διακρίσεων. Ως οργάνωση διαθέτουμε εμπειρία στην κοινωνική δράση, στη κοινωνιολογική και νομική έρευνα, στη διαχείριση προγραμμάτων και στη διοργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων. Συμμετέχουμε και συνεργαζόμαστε με τα μεγαλύτερα δίκτυα ανθρωπίνων δικαιωμάτων της Ελλάδας και της Ευρώπης. Το Generation 2.0 RED επιθυμεί να συνεισφέρει στην ενδυνάμωση της Νέας Γενιάς Ελλήνων Πολιτών και στην δημιουργία μιας πιο ανοιχτής και πολυπολιτισμικής ελληνικής κοινωνίας, κάτι που αποδεικνύεται και από την ίδια τη σύνθεση της οργάνωσης.

Τρίτη 16 Απριλίου 2013

Η Ρητορική του Μίσους


Πολλές φορές και ψάχνοντας πράγματα που με ενδιαφέρουν στο Διαδίκτυο, βλέπω ότι πιο ενδιαφέρον έχουν τα σχόλια, που συνοδεύουν τα άρθρα ή την γνώμη του συγγραφέα. Επίσης παρατηρώ ότι όσο περισσότερα σχόλια διαβάζω τόσο και πιο πολύ ξεχνάω το αρχικό κείμενο, που στο κάτω κάτω ήταν και η αφορμή για να τα κοιτάξω.

Το ίδιο έπαθα πολύ πρόσφατα όταν διαβάζοντας για κάποια εκδήλωση, που θα γινόταν και αφορούσε την ιθαγένεια των παιδιών δεύτερης γενιάς μεταναστών. Στα σχόλια που συνόδευε το κείμενο αν υπήρχαν 1-2 θετικά είναι ζήτημα. Στην συνέχεια ακολουθούσαν το ένα μετά το άλλο σχόλια απίστευτα επιθετικά, προσβλητικά, ρατσιστικά, σχόλια μίσους. Σχόλια χωρίς επιχειρήματα, που στόχο είχαν να προσβάλουν και που απέπνεαν λύσσα. Αυτόματα μου γεννήθηκε η σκέψη πως είναι δυνατόν να ζεις με τόσο μίσος μέσα σου άραγε αυτό δεν στρέφεται και κατά του εαυτού σου; Και τότε ένιωσα, μετά την οργή – επίσης για μεγάλη μου έκπληξη- απέραντη λύπη.




Λύπη για το τι χάνεις με το να είσαι συνεχώς αρνητικός, να τα βάζεις με τους άλλους αλλά στην ουσία να καταστρέφεις τον εαυτό σου και μάλιστα τον δημιουργικό σου εαυτό.

Το μεταναστευτικό ζήτημα πάντα προκαλεί πολλές συζητήσεις. Από το 1990 και μετά, που άρχισε η ροή κυρίως από την Αλβανία και χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, αμήχανα οι Έλληνες στην αρχή και επιθετικά στην συνέχεια άρχισαν να αντιδρούν. Η ξενοφοβία και ο ρατσισμός εγκαταστάθηκε για τα καλά στην χώρα. Η πιο διάσημη ερώτηση ήταν «Είναι οι Έλληνες ρατσιστές;» και η πιο διάσημη φράση ήταν «…εγώ δεν είμαι ρατσιστής/τρια αλλά οι Αλβανοί μας κλέβουν/σκοτώνουν/παίρνουν τις δουλειές κλπ.». Βέβαια το ενδιαφέρον είναι ότι όλοι αυτοί, που έχουν γνωρίσει και συναναστρέφονται κάποιον μετανάστη θα σου πουν «… α! ο Γκόραν/Ιβάν/Ιλία που ξέρω εγώ είναι καλό παιδί». Τι διχασμός προσωπικότητας.

 Κάπως έτσι, σε συζητήσεις, που προκαλώ για την δεύτερη γενιά, δεν είναι λίγοι αυτοί που απορούν «μα καλά δεν έχουν υπηκοότητα; Τι; Ούτε άδεια παραμονής; Μα πως γίνεται;» Και εδώ, αγαπητά μου παιδιά, μπαίνουμε στα νομικά αμπελοχώραφα. Για τις γεννήσεις και την ιθαγένεια του βρέφους παίζει ρόλο η θεωρία του αίματος (από πού είναι οι γονείς σου) και όχι του εδάφους (δηλαδή το που γεννήθηκες). Με άλλα λόγια αν ένας από τους δύο γονείς δεν είναι Έλληνας, ούτε τα τέκνα του είναι. Και εκεί αρχίζει ο παραλογισμός.

Όχι βέβαια ότι η Ελλάδα είχε προβλέψει ποτέ τέτοια θέματα ή έχει μία ολοκληρωμένη μεταναστευτική πολιτική, που δεν θα αλλάζει ανάλογα με το ποιος κυβερνά. Αλλά ο σκοπός μου δεν είναι να κάνω νομικές αναλύσεις και προτάσεις γενικότερα επί του θέματος. Το θέμα, που μ’ έστρωσε να γράψω είναι η ρητορική του μίσους, ο ρατσιστικός λόγος. Όπως λέγεται αγγλιστί hate speech. Και ιδιαίτερα στο Διαδίκτυο.

Ο ορισμός που δίνει το Συμβούλιο της Ευρώπης, ήδη από το 1997, για την ρητορική του μίσους είναι ότι αφορά κάθε μορφή έκφρασης  που διαδίδει, υποκινεί, προωθεί ή δικαιολογεί ρατσιστικό μίσος, ξενοφοβία, αντισημιτισμό ή άλλη μορφή εχθρότητας, που βασίζεται στην μη ανοχή και εκφράζεται με επιθετικό εθνικισμό ή εθνοκεντρισμό, διάκριση και εχθρότητα κατά των μειονοτήτων, των μεταναστών και των ανθρώπων μεταναστευτικής καταγωγής ( Hate speech is considered as all forms of expression which spread, incite, promote or justify racial hatred, xenophobia, anti-Semitism or other forms of hatred based on intolerance including intolerance expressed by aggressive nationalism and ethnocentrism, discrimination and hostility against minorities, migrants and people of immigrant origin»).    

Το Διαδίκτυο, το ξέρετε καλύτερα από μένα, είναι ένας προνομιακός χώρος για τους νέους. Κοινώς το παίζουν στα δάκτυλα και ιδιαίτερα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Είναι άλλος ένας χώρος κοινωνικοποίησης. Και όπως με οποιονδήποτε άλλον χώρο, εκεί μέσα χωράνε όλοι, καλοί και κακοί. Και όπως χρησιμοποιείται από τους υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων άλλο τόσο χρησιμοποιείται και από τους εχθρούς τους.

Η ρητορική του μίσους καλλιεργείται ιδιαίτερα στο διαδίκτυο. Αυτό γίνεται ευκολότερα γιατί 1) υπάρχει ανωνυμία, 2) μπορεί ο καθένας να γράφει οτιδήποτε χωρίς αποδείξεις, 3) οι κάθε είδους συνωμοσιολογίες ανθούν, 4) η βία (βοηθούμενη από την ανωνυμία) είναι άμεση και 5) υπάρχει μαζική κινητοποίηση κατά ορισμένου στόχου. Ακόμη μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν αξιόπιστα δεδομένα και δεν έχει μετρηθεί ποια είναι η επίδραση της ρητορικής μίσους έτσι όπως εκφράζεται στο διαδίκτυο. Και βέβαια αυτό δεν έχει να κάνει με την ελευθερία λόγου και έκφρασης. Μπορώ να διαφωνήσω με κάποιον, αυτό το αποδέχομαι αλλά στα πλαίσια του διαλόγου και της ψύχραιμης αντιπαράθεσης. Και όχι βέβαια όταν ένας ουρλιάζει –ακόμη και γραπτά- πετώντας λόγια, που έχει αποστηθίσει από πριν και κανένα σκοπό δεν έχουν να διαφωνήσουν αλλά μόνο να σκεπάσουν κάθε άλλη φωνή. Θα το ξέρετε: οι τενεκέδες κάνουν μεγαλύτερο θόρυβο όταν είναι άδειοι.

Θα έχετε προσέξει πόσο γρήγορα αντιδρούν ιδιαίτερα οι ακροδεξιές/φασιστικές/ρατσιστικές ομάδες σε οποιαδήποτε ανάρτηση δεν τους αρέσει: Δρουν ακαριαία. Λες και είναι εκεί και περιμένουν να επιτεθούν. Η επίθεση είναι συνήθως βρισιές, προσβολές, απειλές και καθόλου τεκμηριωμένες απόψεις. Μερικές φορές «βλέπεις» τα σάλια τους να πετάγονται από την λύσσα, που έχουν.  Και αυτό σε καμία περίπτωση δεν είναι ελευθερία του λόγου. Είναι ωμή βία.

Και εμείς τι κάνουμε; Είμαστε παρόντες και δρούμε ψύχραιμα χωρίς να ξεχνάμε τους κινδύνους, που κρύβει το Διαδίκτυο. Και επίσης είμαστε παρόντες και στον πραγματικό χώρο γιατί μόνο γνωρίζοντας από κοντά τους άλλους ανθρώπους, αυτούς, που ονομάζουμε διαφορετικούς, μπορούμε να τους κατανοήσουμε και να υπερασπιστούμε πραγματικά τις απόψεις μας. Η αλληλεγγύη είναι λέξη κλειδί, χρειαζόμαστε επειγόντως να βρούμε τον τρόπο να αντιμετωπίσουμε τον ρατσισμό μέσα από αυτό-οργάνωση και αυτό-προστασία. Επίσης αυτό που χρειαζόμαστε είναι γνώση για ότι υποστηρίζουμε.  Μπορεί να φαίνεται ότι αυτοί που γκαρίζουν είναι μία μάζα ανεγκέφαλων αλλά προσωπική μου γνώμη είναι ότι κατευθύνονται από ανθρώπους με διαστρεβλωμένες μεν απόψεις αλλά σε κάθε περίπτωση ενημερωμένους και διαβασμένους για τις ρατσιστικές θεωρίες, καλούς ρήτορες και άρα επικίνδυνους.

 Στις 21 Μαρτίου 2013 ο τομέας Νεολαίας του Συμβουλίου της Ευρώπης  εγκαινίασε την ετήσια Καμπάνια με τίτλο «Young People Combating Hate Speech Online» (οι νέοι αντιστέκονται στην ρητορική του μίσους στο διαδίκτυο). Η Δράση αυτή στοχεύει να καταπολεμήσει τον ρατσισμό και τις διακρίσεις, που εκφράζουν τα λόγια μίσους στο διαδίκτυο «εκπαιδεύοντας» τους νέους και τις οργανώσεις νέων με τα απαραίτητα μέσα ώστε να τον αναγνωρίζουν και να δρουν μπλοκάροντάς τον. Φυσικά η Καμπάνια ξεκαθαρίζει ότι δεν έχει σκοπό να περιορίσει την ελευθερία της έκφρασης στο διαδίκτυο. Όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να βρει στοιχεία στην ιστοσελίδα www.act4hre.coe.int.  

Και όπως χαρακτηριστικά ανέφεραν φίλοι ακτιβιστές από την Ολλανδία « η λιακάδα του αντιρατσιστικού κινήματος χρειάζεται για να εμποδίσει τον μαύρο ορίζοντα που δημιουργείται από μία χρυσή αυγή».

«Sunshine from the antidiscrimination movement is needed to block the black horizon created by a golden dawn».

Ανδριάνα Μαρδάκη, Δικηγόρος

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Προσωπικές σκέψεις



Οι παρακάτω σκέψεις είναι ειλικρινείς και αυθόρμητες, όπως αρμόζει σε κάθε ενεργό και αναπόσπαστο μέλος της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας. Παρόλα’ αυτά πρόκειται για προσωπικούς βαθύτερους προβληματισμούς μιας ερευνήτριας και μιας φιλολόγου, που από μικρές μοιράστηκαν κοινές στιγμές, αξίες και στόχους.
Ο νόμος της  Ιθαγένειας κρίθηκε αντισυνταγματικός και από τότε πολλά έχουν δημοσιευτεί και χιλιοειπωθεί. Ποίος είναι Έλληνας όμως και ποιός δεν είναι; Είναι μετρήσιμο είδος και αν ναι, ποιά τα κριτήρια του; Η ανάγκη μας να εκφραστούμε πηγάζει από την πεποίθηση  ότι οι σχέσεις των ανθρώπων, με αποκορύφωμα την φιλία και τον έρωτα, δεν έχουν χρώμα, δεν γνωρίζουν θεό, αψηφούν τα σύνορα και γίνονται δυνατότερες με την διαφορετικότητα.  Η διαφορετικότητα γεμίζει με όλα τα χρώματα τη ζωή, «χορεύει» σε όλες τις μουσικές του κόσμου, «μεθά» με όλες τις μυρωδιές και γίνεται βωμός πίστης, που έχει θεό τον Άνθρωπο. 


Η κοινωνία στην οποία μεγαλώσαμε, πλέον μας φοβίζει. Ο ρατσισμός δεν κάνει διακρίσεις φίλε (σχήμα οξύμωρο). Δεν σταματάει στο μετανάστη, στο gay, στο μουσουλμάνο. Χτυπάει και μένα και σένα και εκείνον. Εκείνον που βιώνοντας συνεχώς τον ρατσισμό- και εμείς τον δεχτήκαμε πολλές φορές επειδή είμαστε εναντίον του-  μαθαίνει, δυστυχώς για εκείνον και για όλους μας, να τον διαιωνίζει. Ο ρατσισμός δε σε πετά πάντα στο περιθώριο, μπορεί να σου δείχνει απλά το δρόμο. Τον αν θα τον ακολουθήσεις είναι δική σου υπόθεση.
Συζητώντας κατά καιρούς με διαφορετικούς ανθρώπους, αυθαίρετα αποφασίσαμε (γιατί υπενθυμίζουμε ότι πρόκειται για προσωπικά βιώματα) να προβάλλουμε το εύρος σκέψης του κλασικού ρατσιστή. Αναφέροντας κατά τη διάρκεια συζήτησης την συναναστροφή μας με "μαύρους" (sic), στην καλύτερη περίπτωση η απάντηση ήταν ότι τους χρησιμοποιούμε ως ερωτικούς συντρόφους. Εκφράζοντας την άποψη ότι Έλληνας και γεννιέσαι και γίνεσαι, αβίαστα μας χαρακτήρισαν αναρχοκομμούνια και ανθέλληνες. Σε συζήτηση στη τάξη της Γ’ Λυκείου με θέμα τα ανθρώπινα δικαιώματα, αναφερόμενη στην ισότητα των ανθρώπων, η απάντηση που δεν περιμένεις και σε αφήνει άφωνη: «Κυρία μάλλον παίρνετε γραμμή από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α.». Αυτές και άλλες, δυστυχώς, παρόμοιες απαντήσεις μας κάνουν να αναρωτηθούμε αυτό που έλεγε η γιαγιά όταν ήμασταν μικρές «Την βουτάς την γλώσσα σου στο μυαλό σου πριν μιλήσεις;». 

Θύμισέ μου λίγο ρε μεγάλε, ποιός ακριβώς σου ζήτησε να μου κολλήσεις ταμπέλα; Ποιό εδάφιο του Συντάγματος καθιστά την συναναστροφή με άτομα μεταναστευτικής καταγωγής, επιλήψιμη πράξη; Και από πότε τα πανανθρώπινα δικαιώματα, αποτελούν γραμμή συγκεκριμένης πολιτικής παράταξης;

Δεν είμαστε όμως εδώ για να κάνουμε μαθήματα ιστορίας, ούτε για να πείσουμε ότι η άποψη μας είναι η σωστή. Χαιρόμαστε ιδιαίτερα που ανήκουμε σε ομάδες που μας αποδέχονται για αυτό που είμαστε και οι διαφωνίες μας γίνονται έναυσμα μιας παραγωγικής διαδικασίας κατανόησης του διαφορετικού.
Δηλώνουμε εντούτοις ότι πρώτα και πάνω απ’όλα τίθεται ο άνθρωπος. Οι αρχές και οι αξίες που διαφυλάσσουν την ακεραιότητα και τα θεμελιώδη δικαιώματα του, δεν είναι διαπραγματεύσιμες. Η συνεχής προσπάθεια που καταβάλλεται από τους διάφορους επιτήδειους του συστήματος, τους ιστορικά αδαείς και φανατικά εγωκεντρικούς-προγονόπληκτους συνανθρώπους μας δεν μας αφήνουν άλλα περιθώρια συζήτησης παρά μονάχα ένα ηχηρό «Λυπάμαι!». Λυπάμαι που τίποτα δεν σου δίδαξε το αρχαίο ελληνικό πνεύμα του ανθρωπισμού. Λυπάμαι που με λάβαρο τη Δημοκρατία στα χέρια σου, διώκεις κάθε διαφορετική άποψη. Λυπάμαι που δεν αντέχεις την ευθύνη του να έχεις νου και να πράττεις με γνώμονα το κοινό καλό. Λυπάμαι που θα στη χαλάσω αλλά η καταγωγή μας συνιστά τυχαίο γεγονός. Οι πράξεις μας όμως όχι.

Να το θυμάσαι αυτό…


Ελευθερίου Όλγα, μέλος του Genaration 2.0

Φανή Κ., Φιλόλογος

Σάββατο 30 Μαρτίου 2013

Το Generation 2.0 στο Αλ Τσαντίρι Νιουζ AFTER.




Μέλη της συλλογικότητας Generation 2.0 στην εκπομπή Αλ Τσαντίρι Νιουζ AFTER με το Λάκη Λαζόπουλο, μιλούν για τα θέματα της Ιθαγένειας και της 2ης γενιάς.

Κυριακή 10 Μαρτίου 2013

What about the second generation migrants?



In 2007, I visited Vietnam, accompanying my beloved friend Tuyet-Bang. We had been close for a long time and she invited me to join her on her annual visit to her family which included her grandma and many aunts, uncles, nieces and nephews.It was a unique chance to discover Vietnam in such an intimate sphere of this hospitable family. Seeing Tuyet-Bang moving incredibly flexible in this completely different context than ‘our culture’ (whatever that might be), I admired her deeply. But, as to my other friends with roots abroad (Azereng - Iran, Imed/Brahim - Marocco, Hassan - Sudan), I also felt some sort of jealousy towards her bilingual and bicultural upbringing. Inevitable, this ‘natural’ acquaintance with a world só different from ours, will make you a person that is capable of imagining and respecting something different more easily, I thought. Moreover, mastering such a different language as Arabic, Perzic or Vietnamese fluently, is simply something that an anthropologist in spé feels jealous about. This idealised picture allowed me to feel jealous: I was too young to critically reflect upon the difficulties that comes with being a second generation migrant. After numerous conversations with Tuyet-Bang however, I gained a deeper understanding of these complexities. Dealing with cultural demands that are distinct from those of your surrounding, identity questions and coping with the high expectations of your parents who came here to give you a better life, just to mention a view. My previous jealously was slowly replaced by feelings of respect and proud. 



In the Netherlands, second generation migrants from many different countries are present: Suriname, Indonesia, the Caribbean Islands, Morocco, Turkey, Vietnam and more recently Iran, Afghanistan and Somalia. Although the legal position of their parents can be of influence, most of these second generation migrants (who are thus born in the Netherlands) hold an officially acknowledged status. All my previously mentioned friends have Dutch passports and some of them another of their country of origin. In other words: their ‘legal basics’ are more or less okay. They are not restricted in freedom of movement, voting possibilities, study or job opportunities. Unfortunately, in the Netherlands exists a heated debate about integration and their ‘undesired biased loyalty’ which openly and painfully poses questions about their rights and ‘degree of Dutchness’. But at least their legal status acknowledges their rights and existence, and creates a possibility to deploy themselves as any other youngster in the Netherlands. They can go to universities, become a mayor, participate in elections and through this, become embedded in Dutch society as any other youngster. It is not my purpose to depreciate the social stigmas that rest on certain second generation migrants in the Netherlands, neither to neglect the difficulties that may exists on a personal or psychological level for them. Nevertheless, since my arrival in Athens a couple of weeks ago, I started to realise that the situation of second generation migrants here is radically different from that of their companions in the Netherlands. 

The most striking difference is their legal status. Procedures to gain citizenship in Greece appear incredibly complex, tedious and insecure to me. I do not believe that everything comes with a ‘legal status’: legal acceptance does not guarantee social or cultural acceptance. But what I do believe is that a legal status can facilitate a normal life for second generation migrants, something that should be inherently coming from the fact that these youngsters are born and raised here. It is unbelievable what practical barriers they have to face only because they are denied papers. If all this - being a full member of a political party, Greek soccer team in the higher divisions, voting, job opportunities - comes with papers, then why are we allowing this to be decided by such an arbitrary and irreversible fact such as ‘that where your parents are born’? I see this structural rejection of second generation migrants as one of the most crucial mistakes that the Greek government could have possibly made: Greece desperately needs young people who can help to overcome the crisis economically, but even more ethically. Young people are resilient and strong. Strange enough, even the economically oriented Trojka does not seem to see the enormous waste of potential. Suggesting that they ‘not want to interfere in internal affairs’ European politicians easily turn their faces away from the problems. Although there has never been more profound external interference within EU history than during the recent crisis in Greece, they consider this a well-funded argument to explain their silence. 

As my boyfriend is studying law, I frequently visit him in the Law Library, which is always full of fanatic Afghan and Iranian (mostly female) students. The Somali children I teach pursue the same dreams as any other child, to become a football player, a ballerina, a teacher or fireman. I cannot make sense of what could be the use of restricting them in any way. I think because there is none. These youngsters have the potential to enrich our societies, there is no doubt about that. If we would agree upon a common human ground from which we could approach every young person in our society, it is quite simple: give them the same opportunities we want for our own children. Although this might still seem to be far away in Greece, I am optimistic: progressiveness was pushed by youngsters before. The passionate people I met here in Greece, make me confident about what they will be able of achieving. A bit assistance from ‘above’ could be helpful though: European politicians should ask themselves what they would like for their own children in terms of possibilities and be encouraged to think one step further - what about the second generation migrants?

Joan van Geel, Generation 2.0 member






Το 2007 επισκέφτηκα το Βιετνάμ μαζί με την αγαπημένη μου φίλη Tuyet-Bang. Κάναμε παρέα αρκετό καιρό, οπότε με κάλεσε να πάω μαζί της στην καθιερωμένη ετήσια επίσκεψη στην οικογένεια της, η οποία περιλάμβανε πέρα από την γιαγιά της, πολλές θείες, θείους, και ανίψια. Για μένα ήταν πραγματικά μια μοναδική ευκαιρία να δω το Βιετνάμ αλλά και να ζήσω την καθημερινότητα του μέσα σε μια οικογένεια. Βλέποντας την Tuyet-Bang να κινείται με τόση ευκολία σε ένα πολιτισμικό περιβάλλον τόσο διαφορετικό από το ‘δικό μας’- ότι και αν σημαίνει αυτό-, ένιωσα να τη θαυμάζω βαθιά. Αλλά ταυτόχρονα, φέροντας στο μυαλό μου άλλους φίλους μας με μεταναστευτική καταγωγή ( Azereng-Ιράν, Imed & Brahim Μαρόκο, Hassan- Σουδάν), ένιωσα και μια ζήλια για τον τρόπο που μεγάλωσαν, μαθαίνοντας δηλαδή δύο γλώσσες και δυο κουλτούρες. Αναπόφευκτα, σκέφτηκα, αυτός ο φυσικός συνδυασμός δύο εντελώς διαφορετικών πολιτισμικών προτύπων μόνο θετικά αποτελέσματα θα μπορούσε να έχει, τουλάχιστον όσον αφορά την αποδοχή και το σεβασμό του διαφορετικού. Επιπλέον, το να μιλάς άπταιστα μια γλώσσα όπως τα Βιετναμέζικα, τα Αραβικά ή τα Φαρσί είναι από μόνο του ιδιαίτερα ελκυστικό για έναν ανθρωπολόγο. Ηταν αυτή η εξιδανικευμένη εικόνα που είχα στο μυαλό μου, που με έκανε να νιώθω ζήλεια. Ημουν πολύ μικρή για να καταλάβω τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένα παιδί δεύτερης γενιάς. Χρειάστηκαν αρκετές συζητήσεις με την  Tuyet-Bang για να κατανοήσω την πολυπλοκότητα του ζητήματος. Για παράδειγμα, το να οφείλεις να συμπεριφέρεσαι διαφορετικά ανάλογα με το που και ποιους βρίσκεσαι σε συνδιασμό με τις αυξημένες απαιτήσεις των γονιών σου από σένα, οι οποίοι μετανάστευσαν για να μπορέσεις να έχεις εσύ ένα καλύτερο μέλλον, είναι μόνο κάποια από αυτά. Η ζήλιας που ένιωθα αρχικά, μετατράπηκε σιγά σιγά σε σεβασμό και περηφάνια για τη φίλη μου.

Στην Ολλανδία, υπάρχουν παιδιά μετανστευτικής καταγωγής από διάφορες χώρες όπως  Σουρινάμ, Ινδονησία, Καραϊβική, Τουρκία, Βιετνάμ, και πιο πρόσφατα  Ιράν , Αφγανιστάν και Σομαλία. Παρόλο που το νομικό καθεστώς των γονέων μπορεί να παίζει κάποιο ρόλο, τα παιδιά τους που έχουν γεννηθεί στην Ολλανδία, ειναι αναγνωρίσμένοι πολίτες της χώρας. Όλοι οι φίλοι μου που ανέφερα παραπάνω, έχουν ολλανδικά διαβατήρια και κάποιοι από αυτους έχουν διαβατήρια και των χωρών καταγωγής τους. Με άλλα λόγια, δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα με το νομικό καθεστώς τους. Μπορούν να ταξιδέψουν, να ψηφίσουν, να σπουδάσουν και να έχουν πρόσβαση σε όλο το ευρος της αγοράς εργασίας. Δυστυχώς όμως και στην Ολλανδία υπάρχει η προβληματική σχετικά με την ένταξη τους και τη λεγόμενη «ανεπιθύμητη βεβιασμένη αφοσίωση» τους, που αναπόφευκτα θέτει ερωτήματα σχετικά με τα δικαίώματα τους και το βαθμό Ολλανδικότητας τους. Τουλάχιστον όμως, είναι νομικά κατοχυρωμένοι όσον αφορά τόσο τα δικαιώματα τους όσο και την ίδια τους την ύπαρξη, και είναι ισότιμοι με οποινδήποτε άλλο παιδί στην Ολλανδία.  Αυτό όμως δεν σημαινει ότι δεν υπάρχει στιγματισμός παιδιών δευτερης γενιάς που έλκουν την καταγωγή τους από συγκεκριμένες χώρες, ουτε να παραβλέψω τα προβλήματα που μπορεί να αντιμετωπίζουν σε ατομικό ή ψυχολογικό επίπεδο. Παρόλα αυτά όμως, από τη στιγμή που ήρθα στην Αθήνα, (πριν από μερικές εβδομάδες) αρχισα να συνειδητοποιώ πως η κατάσταση της δευτερης γενιάς εδώ ειναι εντελώς διαφορετική από αυτή των αντίστοιχων παιδιών στην Ολλανδία.

Η βασική διαφορά είναι το νομικό τους καθεστώς. Η διαδικασία πρόσβασης στην ελληνική ιθαγένεια είναι ιδιαίτερα περίπλοκη, χρονοβόρα και επισφαλής κατά τη δική μου γνώμη. Δεν πιστεύω πως η ιθαγένεια είναι πανάκεια, γιατί δεν συνεπάγεται αυτόματα κοινωνική και πολιτισμική αποδοχή. Αλλά, μπορει να διευκολύνει τα παιδιά αυτά να έχουν μια φυσιολογική ζωή στη χώρα, κάτι που ακράδαντα πιστεύω ότι διακαιούνται απο τη στιγμή που έχουν γεννηθεί ή/και μεγαλώσει εδώ.  Είναι απίστευτο το πόσα προβλήματα αντιμετωπίζουν τα παιδιά αυτά επειδή έχουν άδεια παραμονής και όχι ιθαγένεια. Αν  το να έχεις πολιτικά δικαιώματα, να συμμετέχεις στη εθνική ομάδα της χώρας σου, να έχεις πρόσβαση στη αγορά εργασίας είναι συνδεδεμένο με την ιθαγένεια, τότε πώς ειναι δυνατόν να το αποφσίζουμε με βάση κάτι το τόσο παράλογο και μη αναστρέψιμο γεγονός όσο το «απο που κατάγονται οι γονείς σου»; Θεωρώ αυτή τη δομική απόρριψη που βιώνει η δευτερη γενιά σαν ένα από τα σοβαρότερα λάθη που θα μπορούσε ποτέ να κάνει η ελληνική κυβέρνηση. Η Ελλάδα χρειάζεται απεγνωσμένα νέους ανθρώπους  για να βγεί από την κρίση, η οποία είναι όχι μόνο οικονομική αλλα κυρίως ηθική. Νέους ανθρώπους, δυνατούς και με επιμονή. Παραδόξως, η Τρόικα δεν φαίνεται να το αναγνωρίζει αυτό, αλλά ούτε και να αντιλαμβάνεται το τι χάνει η Ελλάδα από πλευράς δυναμικού. Η Ευρώπη πάντα γυρίζει το κεφάλι της στα πραγματικά προβλήματα των χωρών-μελών της με τη δικαιολογία ότι «δεν θα ήθελε να αναμειχθεί στα εσωτερικά της κάθε χώρας», παρόλο που η κρίση στην Ελλάδα κάθε άλλο παρά τη μη ανάμειξη αποδεικνύει.

Ο φίλος μου σπουδάζει Νομική και πολλές φορές πηγαίνουμε μαζί στη βιβλιοθηκη, η οποία είναι γεμάτη από Αφγανούς και Ιρανούς φοιτητές, στην πλειονότητα στους κοπέλες. Τα παιδιά Σομαλικής καταγωγής στς οποία κάνω μάθημα, έχουν ακριβώς τα ίδια όνειρα με τους συνομηλίκους τους, να γίνουν ποδοσφαιριστές, μπαλαρίνες, δάσκαλοι ή πυροσβέστες. Δεν μπορώ να καταλάβω τι θα μπορούσαμε να κερδίσουμε  περιορίζοντας τα όνειρα τους. Η απάντηση είναι τίποτα απολύτως. Αυτά τα παιδιά έχουν τις δυνατότητες να εμπλουτίσουν τις κοινωνίες μας, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για αυτό. Αν έπρεπε να υπάρχει μια κοινή βάση για όλα τα παιδιά που ζουνε στην κοινωνία μας, αυτή θα ήτανε μία, να εχουνε όλα τους ακριβώς τα ίδια δικαιώματα ανεξαρτήτως καταγωγής. 

Παρόλο που αυτό ειναι όνειρο θερινής νυκτός ακόμα για την Ελλάδα, εγώ είμαι αισιόδοξη. Η πρόοδος έρχεται από τα νέα παιδιά, και τα άτομα που γνώρισα εδώ στην Ελλάδα με έκαναν να πιστέψω πως είναι ικανά για πολλά και μεγάλα πράγματα. Μια μικρή βοήθεια από τα «πάνω» βέβαια, μόνο χρήσιμη θα μπορούσε να φανεί. Οι Ευρωπαίοι πολιτικοί στο σύνολο τους θα έπρεπε να αναρωτηθούν τι θα ήθελαν για τα δικά τους παιδιά από άποψη δυνατοτήτων, και μετά να σκεφτούνε και λίγο παραπέρα. Τι θα γίνει με τα παιδιά μεταναστευτικής καταγωγής;

Της Joan van Geel, μέλους του Generation 2.0