Ποιοι είμαστε

Αθήνα, Greece
Το Generation 2.0 for Rights, Equality & Diversity (Generation 2.0 RED) είναι μια οργάνωση νέων μεταναστευτικής και ελληνικής καταγωγής. Μια οργάνωση η οποία αντιπροσωπεύει τη Νέα Γενιά Ελλήνων Πολιτών, άτομα δηλαδή με διαφορετικές καταγωγές που γεννήθηκαν ή/και μεγάλωσαν στην Ελλάδα. Το Generation 2.0 RED συνδυάζει την κοινωνική δράση με την έρευνα, με στόχο την προώθηση των δικαιωμάτων, της ισότητας και της ετερότητας και την καταπολέμηση του ρατσισμού, της ξενοφοβίας και των διακρίσεων. Ως οργάνωση διαθέτουμε εμπειρία στην κοινωνική δράση, στη κοινωνιολογική και νομική έρευνα, στη διαχείριση προγραμμάτων και στη διοργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων. Συμμετέχουμε και συνεργαζόμαστε με τα μεγαλύτερα δίκτυα ανθρωπίνων δικαιωμάτων της Ελλάδας και της Ευρώπης. Το Generation 2.0 RED επιθυμεί να συνεισφέρει στην ενδυνάμωση της Νέας Γενιάς Ελλήνων Πολιτών και στην δημιουργία μιας πιο ανοιχτής και πολυπολιτισμικής ελληνικής κοινωνίας, κάτι που αποδεικνύεται και από την ίδια τη σύνθεση της οργάνωσης.

Κυριακή 10 Μαρτίου 2013

What about the second generation migrants?



In 2007, I visited Vietnam, accompanying my beloved friend Tuyet-Bang. We had been close for a long time and she invited me to join her on her annual visit to her family which included her grandma and many aunts, uncles, nieces and nephews.It was a unique chance to discover Vietnam in such an intimate sphere of this hospitable family. Seeing Tuyet-Bang moving incredibly flexible in this completely different context than ‘our culture’ (whatever that might be), I admired her deeply. But, as to my other friends with roots abroad (Azereng - Iran, Imed/Brahim - Marocco, Hassan - Sudan), I also felt some sort of jealousy towards her bilingual and bicultural upbringing. Inevitable, this ‘natural’ acquaintance with a world só different from ours, will make you a person that is capable of imagining and respecting something different more easily, I thought. Moreover, mastering such a different language as Arabic, Perzic or Vietnamese fluently, is simply something that an anthropologist in spé feels jealous about. This idealised picture allowed me to feel jealous: I was too young to critically reflect upon the difficulties that comes with being a second generation migrant. After numerous conversations with Tuyet-Bang however, I gained a deeper understanding of these complexities. Dealing with cultural demands that are distinct from those of your surrounding, identity questions and coping with the high expectations of your parents who came here to give you a better life, just to mention a view. My previous jealously was slowly replaced by feelings of respect and proud. 



In the Netherlands, second generation migrants from many different countries are present: Suriname, Indonesia, the Caribbean Islands, Morocco, Turkey, Vietnam and more recently Iran, Afghanistan and Somalia. Although the legal position of their parents can be of influence, most of these second generation migrants (who are thus born in the Netherlands) hold an officially acknowledged status. All my previously mentioned friends have Dutch passports and some of them another of their country of origin. In other words: their ‘legal basics’ are more or less okay. They are not restricted in freedom of movement, voting possibilities, study or job opportunities. Unfortunately, in the Netherlands exists a heated debate about integration and their ‘undesired biased loyalty’ which openly and painfully poses questions about their rights and ‘degree of Dutchness’. But at least their legal status acknowledges their rights and existence, and creates a possibility to deploy themselves as any other youngster in the Netherlands. They can go to universities, become a mayor, participate in elections and through this, become embedded in Dutch society as any other youngster. It is not my purpose to depreciate the social stigmas that rest on certain second generation migrants in the Netherlands, neither to neglect the difficulties that may exists on a personal or psychological level for them. Nevertheless, since my arrival in Athens a couple of weeks ago, I started to realise that the situation of second generation migrants here is radically different from that of their companions in the Netherlands. 

The most striking difference is their legal status. Procedures to gain citizenship in Greece appear incredibly complex, tedious and insecure to me. I do not believe that everything comes with a ‘legal status’: legal acceptance does not guarantee social or cultural acceptance. But what I do believe is that a legal status can facilitate a normal life for second generation migrants, something that should be inherently coming from the fact that these youngsters are born and raised here. It is unbelievable what practical barriers they have to face only because they are denied papers. If all this - being a full member of a political party, Greek soccer team in the higher divisions, voting, job opportunities - comes with papers, then why are we allowing this to be decided by such an arbitrary and irreversible fact such as ‘that where your parents are born’? I see this structural rejection of second generation migrants as one of the most crucial mistakes that the Greek government could have possibly made: Greece desperately needs young people who can help to overcome the crisis economically, but even more ethically. Young people are resilient and strong. Strange enough, even the economically oriented Trojka does not seem to see the enormous waste of potential. Suggesting that they ‘not want to interfere in internal affairs’ European politicians easily turn their faces away from the problems. Although there has never been more profound external interference within EU history than during the recent crisis in Greece, they consider this a well-funded argument to explain their silence. 

As my boyfriend is studying law, I frequently visit him in the Law Library, which is always full of fanatic Afghan and Iranian (mostly female) students. The Somali children I teach pursue the same dreams as any other child, to become a football player, a ballerina, a teacher or fireman. I cannot make sense of what could be the use of restricting them in any way. I think because there is none. These youngsters have the potential to enrich our societies, there is no doubt about that. If we would agree upon a common human ground from which we could approach every young person in our society, it is quite simple: give them the same opportunities we want for our own children. Although this might still seem to be far away in Greece, I am optimistic: progressiveness was pushed by youngsters before. The passionate people I met here in Greece, make me confident about what they will be able of achieving. A bit assistance from ‘above’ could be helpful though: European politicians should ask themselves what they would like for their own children in terms of possibilities and be encouraged to think one step further - what about the second generation migrants?

Joan van Geel, Generation 2.0 member






Το 2007 επισκέφτηκα το Βιετνάμ μαζί με την αγαπημένη μου φίλη Tuyet-Bang. Κάναμε παρέα αρκετό καιρό, οπότε με κάλεσε να πάω μαζί της στην καθιερωμένη ετήσια επίσκεψη στην οικογένεια της, η οποία περιλάμβανε πέρα από την γιαγιά της, πολλές θείες, θείους, και ανίψια. Για μένα ήταν πραγματικά μια μοναδική ευκαιρία να δω το Βιετνάμ αλλά και να ζήσω την καθημερινότητα του μέσα σε μια οικογένεια. Βλέποντας την Tuyet-Bang να κινείται με τόση ευκολία σε ένα πολιτισμικό περιβάλλον τόσο διαφορετικό από το ‘δικό μας’- ότι και αν σημαίνει αυτό-, ένιωσα να τη θαυμάζω βαθιά. Αλλά ταυτόχρονα, φέροντας στο μυαλό μου άλλους φίλους μας με μεταναστευτική καταγωγή ( Azereng-Ιράν, Imed & Brahim Μαρόκο, Hassan- Σουδάν), ένιωσα και μια ζήλια για τον τρόπο που μεγάλωσαν, μαθαίνοντας δηλαδή δύο γλώσσες και δυο κουλτούρες. Αναπόφευκτα, σκέφτηκα, αυτός ο φυσικός συνδυασμός δύο εντελώς διαφορετικών πολιτισμικών προτύπων μόνο θετικά αποτελέσματα θα μπορούσε να έχει, τουλάχιστον όσον αφορά την αποδοχή και το σεβασμό του διαφορετικού. Επιπλέον, το να μιλάς άπταιστα μια γλώσσα όπως τα Βιετναμέζικα, τα Αραβικά ή τα Φαρσί είναι από μόνο του ιδιαίτερα ελκυστικό για έναν ανθρωπολόγο. Ηταν αυτή η εξιδανικευμένη εικόνα που είχα στο μυαλό μου, που με έκανε να νιώθω ζήλεια. Ημουν πολύ μικρή για να καταλάβω τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένα παιδί δεύτερης γενιάς. Χρειάστηκαν αρκετές συζητήσεις με την  Tuyet-Bang για να κατανοήσω την πολυπλοκότητα του ζητήματος. Για παράδειγμα, το να οφείλεις να συμπεριφέρεσαι διαφορετικά ανάλογα με το που και ποιους βρίσκεσαι σε συνδιασμό με τις αυξημένες απαιτήσεις των γονιών σου από σένα, οι οποίοι μετανάστευσαν για να μπορέσεις να έχεις εσύ ένα καλύτερο μέλλον, είναι μόνο κάποια από αυτά. Η ζήλιας που ένιωθα αρχικά, μετατράπηκε σιγά σιγά σε σεβασμό και περηφάνια για τη φίλη μου.

Στην Ολλανδία, υπάρχουν παιδιά μετανστευτικής καταγωγής από διάφορες χώρες όπως  Σουρινάμ, Ινδονησία, Καραϊβική, Τουρκία, Βιετνάμ, και πιο πρόσφατα  Ιράν , Αφγανιστάν και Σομαλία. Παρόλο που το νομικό καθεστώς των γονέων μπορεί να παίζει κάποιο ρόλο, τα παιδιά τους που έχουν γεννηθεί στην Ολλανδία, ειναι αναγνωρίσμένοι πολίτες της χώρας. Όλοι οι φίλοι μου που ανέφερα παραπάνω, έχουν ολλανδικά διαβατήρια και κάποιοι από αυτους έχουν διαβατήρια και των χωρών καταγωγής τους. Με άλλα λόγια, δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα με το νομικό καθεστώς τους. Μπορούν να ταξιδέψουν, να ψηφίσουν, να σπουδάσουν και να έχουν πρόσβαση σε όλο το ευρος της αγοράς εργασίας. Δυστυχώς όμως και στην Ολλανδία υπάρχει η προβληματική σχετικά με την ένταξη τους και τη λεγόμενη «ανεπιθύμητη βεβιασμένη αφοσίωση» τους, που αναπόφευκτα θέτει ερωτήματα σχετικά με τα δικαίώματα τους και το βαθμό Ολλανδικότητας τους. Τουλάχιστον όμως, είναι νομικά κατοχυρωμένοι όσον αφορά τόσο τα δικαιώματα τους όσο και την ίδια τους την ύπαρξη, και είναι ισότιμοι με οποινδήποτε άλλο παιδί στην Ολλανδία.  Αυτό όμως δεν σημαινει ότι δεν υπάρχει στιγματισμός παιδιών δευτερης γενιάς που έλκουν την καταγωγή τους από συγκεκριμένες χώρες, ουτε να παραβλέψω τα προβλήματα που μπορεί να αντιμετωπίζουν σε ατομικό ή ψυχολογικό επίπεδο. Παρόλα αυτά όμως, από τη στιγμή που ήρθα στην Αθήνα, (πριν από μερικές εβδομάδες) αρχισα να συνειδητοποιώ πως η κατάσταση της δευτερης γενιάς εδώ ειναι εντελώς διαφορετική από αυτή των αντίστοιχων παιδιών στην Ολλανδία.

Η βασική διαφορά είναι το νομικό τους καθεστώς. Η διαδικασία πρόσβασης στην ελληνική ιθαγένεια είναι ιδιαίτερα περίπλοκη, χρονοβόρα και επισφαλής κατά τη δική μου γνώμη. Δεν πιστεύω πως η ιθαγένεια είναι πανάκεια, γιατί δεν συνεπάγεται αυτόματα κοινωνική και πολιτισμική αποδοχή. Αλλά, μπορει να διευκολύνει τα παιδιά αυτά να έχουν μια φυσιολογική ζωή στη χώρα, κάτι που ακράδαντα πιστεύω ότι διακαιούνται απο τη στιγμή που έχουν γεννηθεί ή/και μεγαλώσει εδώ.  Είναι απίστευτο το πόσα προβλήματα αντιμετωπίζουν τα παιδιά αυτά επειδή έχουν άδεια παραμονής και όχι ιθαγένεια. Αν  το να έχεις πολιτικά δικαιώματα, να συμμετέχεις στη εθνική ομάδα της χώρας σου, να έχεις πρόσβαση στη αγορά εργασίας είναι συνδεδεμένο με την ιθαγένεια, τότε πώς ειναι δυνατόν να το αποφσίζουμε με βάση κάτι το τόσο παράλογο και μη αναστρέψιμο γεγονός όσο το «απο που κατάγονται οι γονείς σου»; Θεωρώ αυτή τη δομική απόρριψη που βιώνει η δευτερη γενιά σαν ένα από τα σοβαρότερα λάθη που θα μπορούσε ποτέ να κάνει η ελληνική κυβέρνηση. Η Ελλάδα χρειάζεται απεγνωσμένα νέους ανθρώπους  για να βγεί από την κρίση, η οποία είναι όχι μόνο οικονομική αλλα κυρίως ηθική. Νέους ανθρώπους, δυνατούς και με επιμονή. Παραδόξως, η Τρόικα δεν φαίνεται να το αναγνωρίζει αυτό, αλλά ούτε και να αντιλαμβάνεται το τι χάνει η Ελλάδα από πλευράς δυναμικού. Η Ευρώπη πάντα γυρίζει το κεφάλι της στα πραγματικά προβλήματα των χωρών-μελών της με τη δικαιολογία ότι «δεν θα ήθελε να αναμειχθεί στα εσωτερικά της κάθε χώρας», παρόλο που η κρίση στην Ελλάδα κάθε άλλο παρά τη μη ανάμειξη αποδεικνύει.

Ο φίλος μου σπουδάζει Νομική και πολλές φορές πηγαίνουμε μαζί στη βιβλιοθηκη, η οποία είναι γεμάτη από Αφγανούς και Ιρανούς φοιτητές, στην πλειονότητα στους κοπέλες. Τα παιδιά Σομαλικής καταγωγής στς οποία κάνω μάθημα, έχουν ακριβώς τα ίδια όνειρα με τους συνομηλίκους τους, να γίνουν ποδοσφαιριστές, μπαλαρίνες, δάσκαλοι ή πυροσβέστες. Δεν μπορώ να καταλάβω τι θα μπορούσαμε να κερδίσουμε  περιορίζοντας τα όνειρα τους. Η απάντηση είναι τίποτα απολύτως. Αυτά τα παιδιά έχουν τις δυνατότητες να εμπλουτίσουν τις κοινωνίες μας, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για αυτό. Αν έπρεπε να υπάρχει μια κοινή βάση για όλα τα παιδιά που ζουνε στην κοινωνία μας, αυτή θα ήτανε μία, να εχουνε όλα τους ακριβώς τα ίδια δικαιώματα ανεξαρτήτως καταγωγής. 

Παρόλο που αυτό ειναι όνειρο θερινής νυκτός ακόμα για την Ελλάδα, εγώ είμαι αισιόδοξη. Η πρόοδος έρχεται από τα νέα παιδιά, και τα άτομα που γνώρισα εδώ στην Ελλάδα με έκαναν να πιστέψω πως είναι ικανά για πολλά και μεγάλα πράγματα. Μια μικρή βοήθεια από τα «πάνω» βέβαια, μόνο χρήσιμη θα μπορούσε να φανεί. Οι Ευρωπαίοι πολιτικοί στο σύνολο τους θα έπρεπε να αναρωτηθούν τι θα ήθελαν για τα δικά τους παιδιά από άποψη δυνατοτήτων, και μετά να σκεφτούνε και λίγο παραπέρα. Τι θα γίνει με τα παιδιά μεταναστευτικής καταγωγής;

Της Joan van Geel, μέλους του Generation 2.0




Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2013

Θέλω να είμαι ότι επιλέξω



Οι γονείς μου ήρθαν τέλη δεκαετίας 70 από το Λάγκος  της Νιγηρίας στην Ελλάδα για σπουδές. Ο πατέρας μου σπούδασε Νομικά και η μητέρα μου Οικονομικά. Εγώ γεννήθηκα το 1981 στην Αθήνα. Μεγάλωσα και πήγα σχολείο στα Πατήσια. Οι γονείς μου έδιναν πολύ μεγάλη σημασία στο σχολείο. Ήθελαν οπωσδήποτε να πάω στο πανεπιστήμιο, να σπουδάσω, όπως σπούδασαν και αυτοί.

Παιδικά χρόνια ανέμελα. Όχι πως δεν υπήρχανε δυσκολίες αλλά οι γονείς μου ήτανε νέοι, είχανε έρθει για να σπουδάσουν, είχαν όρεξη να δουλέψουν και να δημιουργήσουν. Βέβαια τα δεδομένα σήμερα είναι άλλα, λίγοι Αφρικανοί έρχονται για σπουδές, οι περισσότεροι είναι οικονομικοί μετανάστες  ή πρόσφυγες, οπότε και οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν είναι πολύ περισσότερες.

Στο σπίτι μιλάγαμε Yoruba, Αγγλικά και Ελληνικά. Μιλάω και τις τρεις γλώσσες το ίδιο άνετα, οι γονείς μου θεωρούσαν πολύ σημαντικό να ενταχθώ στην ελληνική κοινωνία αλλά ταυτόχρονα να μη χάσω την  επαφή με τις ρίζες μου. Έχω κουλτούρα και νοοτροπία ελληνική. Την ίδια στιγμή έχω κρατήσει στοιχεία από την κουλτούρα των γονιών μου. Αυτό με βοηθάει, δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω, με φέρνει σε μια ισορροπία, συναισθηματικά και πνευματικά.

Πολλές φορές οι έννοιες ένταξη και αφομοίωση μπερδεύονται στο μυαλό του περισσότερου κόσμου. Αυτό είναι έκδηλο και στην επίσημη κρατική ρητορική, η οποία μπορεί να μιλάει για ένταξη αλλά στην ουσία ευνοεί την αφομοίωση. Για αυτό το λόγο κιόλας,  πολλά παιδιά μεταναστευτικής καταγωγής αφομοιώθηκαν, η πολιτισμική διαφορετικότητα φάνταζε εμπόδιο στην ένταξη τους στον κοινωνικό ιστό.

Στο δημοτικό, και πάντα στα πλαίσια του σχολείου, το χρώμα του δέρματος  μου δεν φαινόταν να επηρεάζει την καθημερινότητα μου. Στο Γυμνάσιο, ένιωσα για πρώτη φορά να κλονίζεται η ισορροπία που είχα μέσα μου. Ένα παιδί μεταναστευτικής καταγωγής, για να μπορέσει να γίνει αποδεκτό σε ένα καινούργιο σχολικό περιβάλλον, πολλές φορές αναγκάζεται να ‘αποδείξει’ πρώτα στον εαυτό του και μετά στους συμμαθητές του ότι είναι ‘ένας από αυτούς’. Είχα δύο συμμαθητές που δε μιλούσαν καλά ελληνικά αν και είχαν Έλληνες γονείς, τον Χρήστο, ο οποίος είχε γεννηθεί στην Αλβανία, και τον Gus (Κώστας), ο οποίος είχε γεννηθεί στην Αμερική. Και οι δύο ήρθαν στο σχολείο μας στο γυμνάσιο, όταν επέστρεψαν οικογενειακώς στην Ελλάδα. Ο Χρήστος ήταν για όλους ο Αλβανός και κανείς δεν ήθελε να κάνει παρέα μαζί του. Ο Gus όμως ήταν Αμερικάνος και όλοι ήθελαν να είναι φίλοι του. Και οι τρεις μας ήμασταν οι «διαφορετικοί», η διαφορετικότητα του καθενός μας όμως γινόταν αντιληπτή με διαφορετικό τρόπο, είτε ως ανωτερότητα, είτε ως κατωτερότητα.

Μια μέρα με σταμάτησαν στον δρόμο. Μου ζήτησαν τα χαρτιά. Δεν είχα. Όλοι οι φίλοι μου είχαν να δείξουν τις ταυτότητές τους. Εγώ τίποτα. Πήγα σπίτι αναστατωμένος. «Εγώ τι έχω να δείξω όταν μου ζητούν χαρτιά;» ρώτησα τους γονείς μου. Δεν ήξεραν τι να μου απαντήσουν. Το μόνο που μπορούσα να έχω επάνω μου ήταν η ληξιαρχική πράξη γέννησης, από το Μαιευτήριο «Αλεξάνδρα». Ήταν η ταυτότητά μου.

Στα 18 μου έπρεπε να βγάλω άδεια παραμονής. Χρειαζόμουν άδεια παραμονής για να βρίσκομαι νόμιμα στη χώρα που γεννήθηκα και μεγάλωσα. Ποτέ δεν είχα σκεφτεί ότι θα μπορούσα να ανήκω οπουδήποτε αλλού πέραν της ελληνικής κοινωνίας. Και ως μέλος της κοινωνίας αυτής αντιμετωπιζόμουν  τόσο από τους φίλους μου όσο και από τον ευρύτερο κοινωνικό μου περίγυρο. Και αυτή είναι η απάντηση που δίνω σε όλους όσους με ρωτάνε τι νιώθω.

Είναι αναφαίρετο δικαίωμα μου να είμαι πολίτης της χώρας που γεννήθηκα και μεγάλωσα, όπως είναι αναφαίρετο δικαίωμα μου να είμαι και Παναθηναϊκός, και ροκάς, και χορτοφάγος, και ότι άλλο εγώ επιλέγω. Όλοι μας έχουμε δικαίωμα στη διαφορετικότητα, γιατί, στην τελική, πόσοι από τα 10.8 εκατομμύρια που κατοικούν στην Ελλάδα σήμερα είναι ίδιοι μεταξύ τους;

Στην Ελλάδα, σήμερα, η διαφορετικότητα, πολιτισμική, θρησκευτική ή φυλετική (τόσο με την έννοια του φύλου όσο και της φυλής), εκλαμβάνεται από πολλούς ως κατωτερότητα. Και δεν χρειάζεται κάποιος να είναι ακροδεξιός ή ακόμα και δεξιός για να ενστερνίζεται τέτοιες απόψεις. Η καταδίκη της διαφορετικότητας υπάρχει σε όλα τα μήκη και τα εύρη της ελληνικής κοινωνίας συνειδητά, ασυνείδητα και υποσυνείδητα. Αν υπάρχει κάποιος λόγος που λαμβάνουν  χώρα όλα αυτά τα περιστατικά ωμής βίας, είναι η απραξία και η ανοχή που δείχνει το Κράτος σε όλα αυτά τα φαινόμενα, κατι που εκλαμβάνεται ως σιωπηλή συναίνεση από μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι σήμερα, εν έτη 2013, στοχοποιούνται μεικτά ζευγάρια, μεικτές οικογένειες, μεικτές παρέες. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι σήμερα, υπάρχουν παιδιά που τρώνε ξύλο στο σχολείο από τους συμμαθητές τους απλά επειδή είναι διαφορετικοί. Η ελληνική κοινωνία δεν έχει αντιδράσει ακόμα σε αυτά τα φαινόμενα, αλλά  πραγματικά, θέλω να πιστεύω ότι δε τα αποδέχεται.

Ο διαφορετικός σήμερα, γίνεται στόχος, στη δουλειά του, στο σχολείο, στο δρόμο. Γίνεται ο αποδιοπομπαίος τράγος όλων των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η κοινωνία στην Ελλάδα της Κρίσης. Μιας κρίσης που όπως αποδεικνύεται καθημερινά, δεν είναι μόνο οικονομική.


Του Νίκου Odubitan, μέλους του Generation 2.0

 *Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο www.unhcr.gr στις 18.02.2013



http://www.unhcr.gr/1againstracism/%CE%B8%CE%AD%CE%BB%CF%89-%CE%BD%CE%B1-%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CE%B9-%CF%8C%CF%84%CE%B9-%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BB%CE%AD%CE%BE%CF%89/

Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2013

Έλληνας ή Πολίτης; Το ΣτΕ, η «ελληνικότητα» και η 2η γενιά


Το ότι το ΣτΕ είχε κρίνει αντισυνταγματικό τον Νόμο 3838 το ξέραμε από το Νοέμβριο του ‘12. Το ότι η αντισυνταγματικότητα αυτή θα στηριζόταν στα επιχειρήματα που διάβασα στην απόφαση, δεν το περίμενα καθόλου. Πραγματικά πίστευα ότι η πλειοψηφία των Δικαστών θα ήταν σε θέση να διαχωρίσουν την έννοια του Λαού από την έννοια του Έθνους. Στο κάτω κάτω, ‘μορφωμένοι άνθρωποι είναι’, σκέφτηκα.  Αμ δε… Όχι μόνο ταύτισαν τις δυο έννοιες, αλλά στήριξαν πάνω σε αυτή τη λογική ολόκληρη την επιχειρηματολογία τους. 

Για άλλη μια φορά αποδείχτηκε περίτρανα  ότι δικαιώματα σε αυτή τη χώρα μπορούν να έχουν, μόνο όσοι είναι πάνω από όλα Έλληνες. Όχι πολίτες. Έλληνες. Και τι Έλληνες; Από αυτούς με το ξεχωριστό αίμα, τη μια και μοναδική κοινή καταγωγή,  που φυλάνε σαν κόρη οφθαλμού τα ήθη και τα έθιμα του ελληνικού πολιτισμού μη τυχόν και αλλοτριωθούν από τους ξένους εισβολείς. Πόσο εθνικιστικό παραλήρημα να αντέξει κανείς πια;

Και όχι μόνο αυτό, για να κάνουνε σε κάποιον τη ‘τιμή’ να γίνει πολίτης θα πρέπει να αποδείξει ότι είναι πιο Έλληνας από τους Έλληνες, μέσω ειδικών εξατομικευμένων εξετάσεων. Θα ήθελα πραγματικά να γίνουν οι εξετάσεις αυτές και σε όλους τους original Έλληνες, να έβλεπα ποιοι από όλους αυτούς χειρίζονται σωστά τη γλώσσα ή ξέρουν την Ελληνική ιστορία ή καλύπτουν τα οποιαδήποτε κριτήρια Ελληνικότητας που θέλουν να θεσπίσουν όλοι αυτοί που αντιτάχθηκαν στο Νόμο  3838.
Το αν ένα παιδί μεταναστευτικής καταγωγής  έχει δικαίωμα να είναι πολίτης της χώρας που γεννήθηκε και μεγάλωσε δεν έχει να κάνει με υποκειμενικά ή ‘αντικειμενικά’ κριτήρια ελληνικότητας. Εκτός και αν έχει εφεύρει κανείς το Ελληνόμετρο και δε μας το έχουνε πει ακόμα.

Ο Νόμος 3838 έδωσε το δικαίωμα στα παιδιά μεταναστευτικής καταγωγής να γίνουν πρώτα από όλα Πολίτες. Ισότιμοι πολίτες της χώρας στην οποία γεννήθηκαν ή /και μεγάλωσαν. Να γίνουν μέλη του Λαού, όχι του Έθνους. Πόσο δύσκολο είναι να το καταλάβουν αυτό μερικοί; Και ότι τα δικαιώματα οφείλουν να απορρέουν από την ιδιότητα του ατόμου ως πολίτη και όχι από την εθνική του ιδιότητα;
Το πόσο Έλληνας  ή Ελληνίδα είμαι εγώ, ή ο Νίκος, ή ο Ντόριαν, ή η Ζάχρα,  έχει να κάνει πρωτίστως με το τι σημαίνει για τον καθένα μας ξεχωριστά αυτή η περιβόητη ελληνικότητα, και όχι με τον τόπο καταγωγής των γονιών μας.

Αν Έλληνας είναι αυτός  που μιλάει για έθνος και φυλετική καθαρότητα, αν  Έλληνας είναι όποιος είναι λευκός , Χριστιανός Ορθόδοξος και μιλάει Ελληνικά, αν  Έλληνας  είναι όποιος τραγουδά τον εθνικό ύμνο, τραμπουκίζει μετανάστες, ή γνωρίζει (λέμε τώρα) την ιστορία της Ελλάδας, τότε εγώ προσωπικά έχω πρόβλημα. Γιατί αν Έλληνας σημαίνει όλα αυτά, εγώ ντρέπομαι που είμαι Ελληνίδα. Η μάλλον καλύτερα, δεν είμαι Ελληνίδα, γιατί δε θέλω να είμαι Ελληνίδα.

Για μένα Έλληνας είναι όποιος πονάει αυτή τη χώρα, όποιος γεννιέται ή/και μεγαλώνει εδώ και τη νιώθει κομμάτι του. Όποιος ονειρεύεται στα ελληνικά, γελάει στα ελληνικά, τσακώνεται στα ελληνικά. Όποιος θέλει να αλλάξουν πράγματα σε αυτή την κοινωνία και το παλεύει. Όποιος πιστεύει στη δημοκρατία και την ισότητα, και κάνει τα πιστεύω του πράξη. Όποιος αγκαλιάζει τη διαφορετικότητα,  και βλέπει στον άλλο τον ίδιο του τον εαυτό. Όποιος είναι ενεργός πολίτης , μα πάνω από όλα άνθρωπος.

Γιατί για μένα αυτό σημαίνει να είμαι Ελληνίδα.

Θα ήθελα πολύ να μην είμαι μέσα στη μικρή μειοψηφία που σκέφτεται διαφορετικά. Θα ήθελα πάρα πολύ να συμμερίζονται περισσότεροι την άποψη μου. Παρόλα αυτά όμως, οι 13 δικαστές του ΣτΕ που υποστήριξαν τον Νόμο 3838, μου δίνουν την ελπίδα ότι ίσως τελικά να μην είμαστε και τόσο μειοψηφία.

Της Ανδρομάχης Παπαιωάννου, μέλους του Generation 2.0

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο  www.protagon.gr στις 9.02.2013
http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.post&id=21957

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ



Σχετικά με την δημοσίευση της Απόφασης του ΣτΕ για την αντισυνταγματικότητα των διατάξεων του Νόμου 3838.


Την Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2013 δημοσιεύθηκε η Απόφαση του ΣτΕ που είχε διαρρεύσει στον τύπο στις 13 Νοεμβρίου του 2012. Το ΣτΕ έκρινε αντισυνταγματικές τις διατάξεις του Νόμου 3838. 

Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην απόφαση του ΣτΕ,  η πλειοψηφία της Ολομέλειας έκρινε ότι προϋπόθεση για την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας , είναι η διαπίστωση ότι ο αιτούν είναι εμποτισμένος με τα ελληνικά ήθη , έθιμα και παραδόσεις -όσον αφορά τη κτήση της ιθαγένειας από τη γέννηση για τα τέκνα αλλοδαπών-, γεγονός το οποίο, υποτίθεται, δε διασφαλιζόταν από τον ν/3838. Επίσης, τα 6 χρόνια φοίτησης σε ελληνικό σχολείο για παιδιά αλλοδαπών τα οποία δεν γεννήθηκαν στη χώρα, δεν θεωρήθηκε αρκετά δυνατό αποδεικτικό στοιχείο για την ένταξη των παιδιών αυτών στην ελληνική κοινωνία. Αντισυνταγματική κρίθηκε επίσης από την πλειοψηφία της Ολομέλειας του ΣτΕ, και η συμμετοχή των επί μακρόν διαμενόντων αλλοδαπών στις τοπικές εκλογές.

Τα παιδιά μεταναστευτικής καταγωγής δεν είναι «πρόσωπα απροσδιορίστου προελεύσεως», όπως χαρακτηρίστηκαν εμμέσως πλην σαφώς  από την πλειοψηφία ων Δικαστών του ΣτΕ. Είναι άτομα που έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα ή έχουν έρθει σε μικρή ηλικία, και έχουν ζήσει ολόκληρη τη ζωή τους στην Ελλάδα. Αυτό φάνηκε να το αναγνωρίζει η μειοψηφία των 13 Δικαστών, οι οποίοι καταδίκασαν τις ιδεολογικές αντιλήψεις της πλειοψηφίας περί έθνους κράτους το οποίο απειλείται από τους εν δυνάμει πολίτες του βάσει του ν/3838, δηλαδή, από τα παιδιά μεταναστευτικής καταγωγής.

Το γεγονός ότι η απόφαση του ΣτΕ στηρίχθηκε στην πλειοψηφία και όχι στην Ολομέλεια,  μπορεί να θεωρηθεί ενθαρρυντικό, από την άλλη όμως , εγείρει φόβους για το κατά πόσο τελικά ο νομοθέτης – αν και μοναδικός αρμόδιος σύμφωνα με το Σύνταγμα-, θα μπορέσει να εξασφαλίσει τη θεσμική συμμετοχή των παιδιών αυτών στην ελληνική κοινωνία. 

Ως Generation 2.0, εκφράζουμε την απογοήτευση μας τόσο για την Απόφαση του ΣτΕ, όσο και για την επικείμενη εφαρμογή της. Το δίκαιο του αίματος (jus sanguinis) δεν μπορεί να διέπει τους νόμους μιας κοινωνίας που θέλει να λέγεται δημοκρατική ,και πλέον, είναι και de facto διαπολιτισμική. Και η απόδειξη για αυτό είμαστε όλοι εμείς, φορείς της ελληνικής παιδείας, μέλη της ελληνικής κοινωνίας, αλλά ταυτόχρονα πολίτες δεύτερης κατηγορίας, με μοναδικό κριτήριο την καταγωγή των γονιών μας. 

Generation 2.0